Η ψωρίαση είναι μία αυτοάνοση χρόνια φλεγμονώδης νόσος του δέρματος, που προκαλεί ερυθρές κνησμώδεις πλάκες, που συχνά καλύπτονται με λευκά ή ασημί λέπια. 

Ο αρχαίος ιατρός Γαληνός, αναφέρει πρώτος τον όρο ψωρίαση, ενώ περιγραφές ασθενών που οι βλάβες τους έμοιαζαν με ψωρίαση, αναφέρονται επίσης, τόσο από τον Ιπποκράτη όσο και στην Παλαιά Διαθήκη.

«H λέξη ψωρίαση προέρχεται από την Ελληνική λέξη ψώρος, που σημαίνει λέπι. Επηρεάζει εξίσου άνδρες και γυναίκες και η ηλικία αιχμής έναρξης είναι 35 – 50 ετών.

Το 10% έως 30% με ψωρίαση θα μεταπέσουν σε ψωριασική αρθρίτιδα, ενώ στο 70% η αρθρίτιδα ακολουθεί την εμφάνιση της ψωρίασης. Η δερματική ψωρίαση μπορεί να προηγείται αρκετά έτη (έως και 35), (ΜΟ: 7 έτη). Στο 15% τα δύο νοσήματα εκδηλώνονται στο ίδιο έτος, ενώ στο 10% η αρθρίτιδα προηγείται της ψωρίασης, η οποία εμφανίζεται συνήθως στα επόμενα δύο χρόνια», εξηγεί η κ. Ελένη Κομνηνού, Ρευματολόγος, Διευθύντρια Κλινικής Αυτοάνοσων Ρευματικών Παθήσεων στο Μetropolitan General.

Περίπου 250.000 άνθρωποι στην Ελλάδα πάσχουν από ψωρίαση.

Παθογένεση Ψωρίασης
Εμπλέκονται πολύπλοκα ανοσολογικά μονοπάτια:
•    Υπέρμετρη, παρεκκλίνουσα φλεγμονώδης αντίδραση
•    Ιστική βλάβη
•    Υπερπλασία κερατινοκυττάρων δέρματος
•    Αγγειοβρίθεια
•    Συσσώρευση φλεγμονωδών κυττάρων.

Εμπλέκεται δίκτυο κυτταροκινών με ειδικά σηματοδοτικά μονοπάτια του ανοσοποιητικού συστήματος με αποτέλεσμα το δέρμα να είναι ευάλωτο σε μηχανικό stress και μικροτραυματισμούς (φαινόμενο Koebner). Περιβαλλοντικοί και γενετικοί παράγοντες επιδρούν στην εμφάνιση της ψωρίασης.

Τύποι ψωρίασης
Ψωρίαση κατά πλάκας: Ο πιο κοινός τύπος ψωρίασης, προκαλεί ξηρές, ανυψωμένες δερματικές πλάκες καλυμμένες με λέπια.
Ψωρίαση νυχιών (ονυχολυσία): Η ψωρίαση μπορεί να επηρεάσει τα νύχια των χεριών και των ποδιών, προκαλώντας κοιλώματα, μη φυσιολογική ανάπτυξη των νυχιών και αποχρωματισμό.
Ανάστροφη ψωρίαση: Η ανάστροφη ψωρίαση προσβάλλει κυρίως τις δερματικές πτυχές της βουβωνικής χώρας, των γλουτών και του μαστού. Προκαλεί λείες κηλίδες φλεγμονώδους δέρματος που επιδεινώνονται με την τριβή και την εφίδρωση.
Φλυκταινώδης ψωρίαση: Η φλυκταινώδης ψωρίαση, ένας σπάνιος τύπος, προκαλεί σαφώς καθορισμένες φουσκάλες γεμάτες πύον.
Ερυθροδερμική ψωρίαση: Ο λιγότερο κοινός τύπος ψωρίασης, μπορεί να καλύψει ολόκληρο το σώμα με ένα απολεπιστικό εξάνθημα που μπορεί να προκαλέσει κνησμό.
Σταγονοειδής ψωρίαση: Απαντάται σε ποσοστό μικρότερο του 10% των περιπτώσεων. Εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά ή νεαρούς ενήλικες μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού (στρεπτοκοκκική λοίμωξη). Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές, μικρές διάσπαρτες, σταγονοειδείς πλάκες με διάμετρο ˂2 εκ. Ο συγκεκριμένος τύπος ψωρίασης έχει πολύ καλή πρόγνωση.
 

Διάγνωση
Αξιολογείται η έκταση, ο αριθμός, η μορφολογία και η ανατομική θέση των βλαβών. Απαιτείται λήψη καλού ιστορικού προκειμένου να διαγνωστούν πιθανές συννοσηρότητες, ενώ σε αμφίβολες περιπτώσεις η διάγνωση επιβεβαιώνεται με βιοψία δέρματος.

Ασθένειες που συνδέονται με την ψωρίαση
Εκτός από την ψωριασική αρθρίτιδα, η ψωρίαση έχει συσχετιστεί και με άλλα νοσήματα:
•    Αρτηριακή Υπέρταση
•    Σακχαρώδη Διαβήτη
•    Καρδιαγγειακά νοσήματα
•    Μεταβολικό σύνδρομο
•    Διάφορα άλλα αυτοάνοσα νοσήματα
•    Φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου
•    Ψυχιατρικές παθήσεις και κατάθλιψη
•    Παχυσαρκία.

Η ψωρίαση αποτελεί μια συστηματική νοσολογική οντότητα με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής αλλά και στο προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών. Στόχος λοιπόν της θεραπευτικής προσέγγισης δεν είναι η αντιμετώπιση μόνο των δερματικών βλαβών, αλλά και των συστηματικών εκδηλώσεων και συννοσηροτήτων.

Θεραπεία
Η επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης εξαρτάται από την κλινική μορφή της νόσου, τη βαρύτητα αυτής, την έκταση του σώματος που έχει προσβληθεί, την επίδραση στην ποιότητα ζωής του ασθενούς, τις πιθανές συννοσηρότητες που υπάρχουν και τα συγχορηγούμενα φάρμακα.

Ορισμένες θεραπείες είναι:

Τοπική αγωγή με ειδικά σκευάσματα, εφαρμογή, δηλαδή, τοπικών κρεμών και αλοιφών. Συνηθέστερα χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή, καλσιποτριόλη, καλσιτριόλη, μαλακτικά και κερατολυτικά φάρμακα. Αποτελούν θεραπευτική επιλογή στις περιπτώσεις που οι βλάβες έχουν περιορισμένη έκταση, αλλά χρησιμοποιούνται και σαν συμπληρωματική αγωγή ή σαν αγωγή συντήρησης.

Συστηματική θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή. Κυρίως χορηγούνται μεθοτρεξάτη, κυκλοσπορίνη. Απαιτείται τακτική παρακολούθηση του ασθενή και συχνός εργαστηριακός έλεγχος.

Θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες. Η χορήγησή τους προτιμάται στις σοβαρές μορφές της ψωρίασης, όταν οι κλασικές θεραπείες δεν έχουν αποτέλεσμα. Αποτελούν στοχευμένη και αποτελεσματική θεραπεία. Για παράδειγμα η κυτταροκίνη :ιντερλευκίνη 23 (IL23) εμπλέκεται ποικιλοτρόπως στην παθογένεια της νόσου.

«Τα φαρμακευτικά σκευάσματα που αναστέλλουν την παραγωγή της αποτελούν σήμερα μια από τις πιο αποτελεσματικές θεραπευτικές προσεγγίσεις της ψωρίασης. Ακόμα, ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη πιο επιλεκτικών στόχων, η αναζήτηση των ιδανικών φαρμάκων και η εξατομικευμένη θεραπεία αποτελούν προοπτικές, οι οποίες θα οδηγήσουν στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της νόσου.

Είναι αποδεδειγμένο ότι η ψωρίαση επηρεάζει πολλές πλευρές της ποιότητας ζωής δυσκολεύοντας την καθημερινή λειτουργικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την επαγγελματική σταδιοδρομία.

Αν και η ψωρίαση σπανίως είναι έντονα απειλητική για τη ζωή, έχει σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Λόγω της ορατότητας της νόσου, μπορεί να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στρες, άγχους, θυμού και κατάθλιψης.

Ως χρόνιο νόσημα συνιστάται τακτική ιατρική παρακολούθηση προκειμένου η νόσος να μπει και να παραμείνει σε ύφεση», καταλήγει η κ. Κομνηνού.
 

Γράφει η:

 κ. Ελένη Κομνηνού, Ρευματολόγος, Διευθύντρια Κλινικής Αυτοάνοσων Ρευματικών Παθήσεων στο Μetropolitan General

komninou

Πηγή: skai.gr